ADD-ADHD Cyprus

Loading

Category Χωρίς κατηγορία

ΔΕΠΥ και Γυναίκες…Η Αόρατη Διαδρομή από το Masking στη Διάγνωση

Η κατανόηση της Διαταραχής Ελλειμματικής Προσοχής και Υπερκινητικότητας (ΔΕΠ-Υ) στον γυναικείο πληθυσμό αποτελεί ένα από τα πιο σύνθετα πεδία της σύγχρονης νευροψυχολογίας. Για δεκαετίες, τα διαγνωστικά κριτήρια βασίζονταν σε δείγματα που αποτελούνταν σχεδόν αποκλειστικά από αγόρια, με αποτέλεσμα η επιστημονική κοινότητα να ταυτίσει τη διαταραχή με την εξωτερικευμένη κινητική ανησυχία. Ωστόσο, η κλινική εικόνα στις γυναίκες είναι συχνά ποιοτικά διαφορετική, γεγονός που οδηγεί σε συστηματική υποδιάγνωση ή σε λανθασμένες διαγνώσεις
αγχωδών διαταραχών και δυσθυμίας.
Η βασική νευροβιολογική διαφοροποίηση έγκειται στον τρόπο με τον οποίο εκδηλώνονται τα ελλείμματα στις εκτελεστικές λειτουργίες. Ενώ στα αγόρια η παρορμητικότητα μεταφράζεται συχνά σε δράση, στα κορίτσια μετατρέπεται συνήθως σε γνωστική υπερκινητικότητα. Πρόκειται για μια διαρκή κατάσταση νοητικής εγρήγορσης, όπου οι σκέψεις διαδέχονται η μία την άλλη με καταιγιστικό ρυθμό, καθιστώντας την ιεράρχηση προτεραιοτήτων εξαιρετικά επίπονη. Αυτή η
εσωτερικευμένη φύση των συμπτωμάτων είναι ο λόγος που πολλοί εκπαιδευτικοί περιγράφουν τα κορίτσια με ΔΕΠ-Υ απλώς ως «ξεχασιάρικα» ή «ονειροπόλα», αγνοώντας το τεράστιο γνωστικό φορτίο που διαχειρίζονται στην προσπάθειά τους να παραμείνουν εστιασμένα.
Έπειτα, κεντρικό ρόλο στην καθυστέρηση της διάγνωσης παίζει το φαινόμενο του Masking, δηλαδή της κοινωνικής συγκάληψης. Οι γυναίκες, λόγω των κοινωνικών προσδοκιών για οργάνωση και φροντίδα, αναπτύσσουν περίπλοκους μηχανισμούς αντιρρόπησης για να ανταποκριθούν στις απαιτήσεις της καθημερινότητας. Στην ουσία, είναι μια λειτουργική στρατηγική επιβίωσης. Για παράδειγμα, μια γυναίκα μπορεί να εμφανίζεται σε ένα ραντεβού μία ώρα νωρίτερα, όχι λόγω έμφυτης συνέπειας, αλλά επειδή γνωρίζει ότι η δυσκολία της στην αντίληψη του χρόνου, το λεγόμενο time blindness, την καθιστά ανίκανη να υπολογίσει σωστά τη διαδρομή την τελευταία στιγμή. Αλλιώς, πολύ απλά καθυστερεί.
Η επίδραση των ελλειμμάτων στις εκτελεστικές λειτουργίες γίνεται ιδιαίτερα ορατή στη διαχείριση της εργασίας και του σπιτιού, όπου οι γυναίκες καλούνται συχνά να επιτελέσουν πολλαπλούς ρόλους ταυτόχρονα. Στο εργασιακό περιβάλλον, η δυσκολία στην έναρξη εργασίας (task initiation) μπορεί να εκδηλωθεί ως αναβλητικότητα, όχι λόγω αδιαφορίας, αλλά επειδή ο εγκέφαλος δυσκολεύεται να «τεμαχίσει» ένα μεγάλο έργο σε διαχειρίσιμα βήματα. Μια επαγγελματίας μπορεί να αναλώνεται σε δευτερεύουσες λεπτομέρειες, χάνοντας την αίσθηση της προτεραιότητας, μια κατάσταση που επιστημονικά περιγράφεται ως analysis paralysis. Στην ουσία, είναι το αποτέλεσμα της δυσκολίας να ιεραρχήσει και να επιλέξει τις προτεραιότητες (task prioritization paralysis), κάτι που συνήθως οδηγεί
στην υπερφόρτωση και στο να «παγώσει».
Συνεχίζοντας, στον ιδιωτικό βίο, η πρόκληση μετατοπίζεται στην οργάνωση και τη διατήρηση της τάξης. Η διαχείριση του νοικοκυριού απαιτεί διαρκή ενεργοποίηση της εργαζόμενης μνήμης, η οποία στις γυναίκες με ΔΕΠ-Υ συχνά υπερφορτώνεται. Το αποτέλεσμα είναι η εικόνα μιας γυναίκας που ξεκινά να τακτοποιεί ένα δωμάτιο, αποσπάται από ένα αντικείμενο που βρίσκει, μετακινείται σε άλλο χώρο και τελικά καταλήγει με πολλαπλά ημιτελή έργα. Αυτό το χάσμα μεταξύ των πραγματικών ικανοτήτων τους και της τελικής απόδοσης δημιουργεί ένα αίσθημα γνωστικής ασυμφωνίας.
Ένα άλλο χαρακτηριστικό παράδειγμα είναι η υπερ-κοινωνικότητα και η λογόρροια ως μορφή παρορμητικότητας. Μια γυναίκα με ΔΕΠΥ μπορεί να διακόπτει συχνά τους άλλους ή να μιλά με μεγάλη ταχύτητα, όχι από έλλειψη ευγένειας, αλλά λόγω της δυσκολίας του προμετωπιαίου φλοιούνα αναστείλει την άμεση παρόρμηση για επικοινωνία. Μετά από τέτοιες αλληλεπιδράσεις, το άτομο συχνά βιώνει έντονη κόπωση και αυτοκριτική, προσπαθώντας την επόμενη φορά να καταπιέσει τον εαυτό του, κάτι που ενισχύει τον κύκλο του στρες και της χαμηλής αυτοεκτίμησης.
Η επιστημονική βιβλιογραφία υπογραμμίζει τη σημασία των ορμονικών διακυμάνσεων. Κάποιες μελέτες υποδεικνύουν ότι τα συμπτώματα του ΔΕΠΥ μπορεί να επιδεινώνονται κατά τη διάρκεια της ωχρινικής φάσης του κύκλου, όταν τα επίπεδα οιστρογόνων μειώνονται, πιθανώς επηρεάζοντας τα ντοπαμινεργικά κυκλώματα στον εγκέφαλο. Αυτό μπορεί να εξηγεί γιατί πολλές γυναίκες νιώθουν ότι
οι μηχανισμοί αντιρρόπησης που διέθεταν καταρρέουν σε συγκεκριμένες περιόδους ή κατά τη μετάβαση στην εμμηνόπαυση, οδηγώντας τες στην αναζήτηση ειδικής βοήθειας σε μεγαλύτερη ηλικία.
Καταλαβαίνουμε, επομένως, ότι η διάγνωση στις γυναίκες δεν είναι απλώς μια κλινική τυπικότητα, αλλά μια απαραίτητη επαναπλαισίωση της προσωπικής τους ιστορίας. Η αδιάγνωστη ΔΕΠ-Υ συνδέεται στενά με τη δευτερογενή εμφάνιση διαταραχών πρόσληψης τροφής, ως μια ασυνείδητη προσπάθεια ρύθμισης της ντοπαμίνης μέσω του φαγητού, καθώς και με καταστάσεις χρόνιας κόπωσης. Η αναγνώριση του γυναικείου φαινοτύπου επιτρέπει την εφαρμογή στοχευμένων
θεραπευτικών παρεμβάσεων, που δεν εστιάζουν μόνο στη διαχείριση των συμπτωμάτων, αλλά και στην αποδόμηση του εσωτερικευμένου στίγματος της «ανεπαρκούς» γυναίκας.
Συμπερασματικά, η επιστημονική κοινότητα οφείλει να ενσωματώσει τις ιδιαιτερότητες του φύλου στη διαγνωστική διαδικασία. Η κατανόηση ότι η ΔΕΠ-Υ στις γυναίκες κρύβεται συχνά πίσω από μια
βιτρίνα υπερ-λειτουργικότητας είναι το πρώτο βήμα για την παροχή υποστήριξης. Έτσι, η αποδοχή της νευροδιαφορετικότητας προϋποθέτει την αναγνώριση ότι η προσπάθεια που καταβάλλουν αυτές
οι γυναίκες για να συμβαδίσουν με τους νευροτυπικούς ρυθμούς είναι μια πραγματικότητα που απαιτεί επιστημονική εγκυρότητα, κλινική ενσυναίσθηση και εξειδικευμένη θεραπευτική
προσέγγιση.

Αναστασία Τζημαγιώργη, Ψυχολόγος BSc, MEd Ειδικής Αγωγής, Εκπ. Συνθετικής Ψυχοθεραπείας